E. R. Dodds: Οι Έλληνες και το παράλογο ΙI – Τα αγαθά της μανίας

dionysos.jpg

Στο τρίτο κεφάλαιο, που τιτλοφορείται «Τα αγαθά της μανίας», ο Dodds εξετάζει τους τύπους της θεϊκής κατοχής. Παραθέτει την διάκριση του Πλάτωνα σε τέσσερεις τύπους:
1. Προφητική μανία, που έχει προστάτη θεό τον Απόλλωνα
2. Τελεστική ή τελετουργική μανία, που έχει προστάτη θεό τον Διόνυσο
3. Ποιητική μανία που εμπνέουν οι Μούσες
4. Ερωτική μανία που εμπνέουν η Αφροδίτη και ο Έρως
και εξετάζει τους τρεις πρώτους (τον τελευταίο εξετάζει στο 7ο κεφάλαιο που αφιερώνει στον Πλάτωνα).
Θα αντιγράψω σήμερα το τέλος του τρίτου κεφαλαίου που αναφέρεται στην ποιητική μανία – εξαιτίας χρονικών περιορισμών θα το κάνω αυτό σε δύο μέρες, σήμερα το πρώτο μέρος.

«Απομένει ο τρίτος τύπος της πλατωνικής ‘θείας’ μανίας, ο τύπος που ορίζεται από τον φιλόσοφο ως ‘κατοχή (κατοκωχή) από τις Μούσες’ και που ο ίδιος διακύρρητε πως είναι εντελώς απαραίτητος για την παραγωγή της άριστης ποίησης. Πόσο παλαιά πράγματι είναι η άποψη αυτή και ποια ήταν η αρχική σχέση των ποιητών και των Μουσών;

Ένας κάποιος συσχετισμός ανάγεται, όπως όλοι ξέρουμε, στην επική παράδοση. Ήταν μια Μούσα που πήρε τη φυσική όραση του Δημόδοκου και του έδωσε κάτι καλύτερο, το χάρσμα του τραγουδιού, επειδή τον αγαπούσε. Ο Ησίοδος λέει πως μερικοί άνθρωποι είναι ποιητές χάρη στις Μούσες, όπως άλλοι είναι βασιλιάδες χάρη στο Δία. Μπορούμε να υποθέσουμε με ασφάλεια πως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε ακόμη με την κενή γλώσσα των τυπικών φιλοφρονήσεων που έμελλε να δημιουργηθεί αργότερα. Η γλώσσα είχε θρησκευτική σημασία. Και μέχρις ενός σημείου η σημασία της είναι αρκετά καθαρή: όπως όλα τα επιτεύγματα που δεν εξαρτώνται ολοκληρωτικά από την ανθρώπινη θέληση, η ποιητική δημιοργία περιέχει ένα στοιχείο που δεν το έχουμε ‘εκλέξει’, αλλά μας είναι ‘δοσμένο’· και για την αρχαία ελληνική ευσέβεια, ‘δοσμένο’ σημαίνει ‘θεϊκά δοσμένο’. Δεν είναι απόλυτα σαφές σε τι συνίσταται αυτό το ‘δοσμένο’ στοιχείο· αν όμως εξετάσουμε τις περιπτώσεις στις οποίες ο ποιητής της Ιλιάδας επικαλείται προσωπικά τις Μούσες για να τον βοηθήσουν, θα δούμε πως το στοιχείο αυτό σχετίζεται με το περιεχόμενο και όχι με τη μορφή. Ο ποιητής επικαλείται πάντοτε τις Μούσες γι’ αυτό που θα πει, ποτέ για το πως θα το πει· και τα θέματα για τα οποία ζητά βοήθεια είναι πάντοτε πραγματικά. Αρκετές φορές ζητά πληροφορίες για σπουδαίες μάχες· μια φορά, στην πιο περίτεχνή του προσφώνηση, παρακαλεί να εμπνευστεί ένας Στρατιωτικό κατάλογο – ‘επειδή εσείς είστε θεές, παρατηρείτε τα πάντα, γνωρίζετε τα πάντα· εμείς ααυτό που ακούμε είναι μονάχα η φήμηκι όχι η γνώση’. Αυτά τα μελαγχολικά λόγια ηχούν με ειλικρίνεια· ο άνθρωπος που τα χρησιμοποίησε πρώτος γνώριζε τη σφαλερότητα της παράδοσης, κι αυτό τον τάραζε· ζητούσε μαρτυρίες από πρώτο χέρι. Σε μια εποχή όμως που δεν υπήρχαν γραπτά ντοκουμέντα, πού θα έπρεπε να βρεθούν μαρτυρίες από πρώτο χέρι; Όπως ακριβώς η αλήθεια για το μέλλον μπορούσε να γίνει προσιτή μονάχα αν ο άνθρωπος βρισκόταν σ΄επαφή με μια γνώση ευρύτερη από την δική του, έτσι και η αλήθεια για το παρελθόν μπορούσε να διατηρηθεί μονάχα με μια παρόμοια κατάσταση. Οι ανθρώπινοι φύλακες της αλήθειας, οι ποιητές, είχαν (όπως οι μάντεις) τα τεχνικά τους βοηθήματα, την επαγγελματική τους εξάσκηση, η όραση όμως του παρελθόντος, όπως η ενόραση του μέλλοντος, παρέμενε μια μυστηριώδης λειτουργία, που ήταν μόνο εν μέρει κάτω από τον έλεγχο του κτήτορα, και που εξαρτιόταν τελεσίδικα από τη θεία χάρη. Με τη χάρη αυτή και ο ποιητής και ο μάντης απολάμβαναν ένα είδος γνώσης που ήταν απρόσιτη στους άλλους. Στον Όμηρο τα δύο επαγγέλματα ήσαν εντελώς χωρισμένα· έχουμε όμως σοβαρούς λόγους να πιστεύουμε πως ήσαν κάποτε ενωμένα, και η ομοιότητά τους ήταν ακόμη τότε αισθητή.

Το χάρισμα λοιπόν των Μουσών, ή ένα χάρισμά τους, είναι η δύναμη του αληθινού λόγου. Και αυτό ακριβώς είναι ό,τι είπαν οι Μούσες του Ησιόδου στον Ελικώνα, μολονότι ομολόγησαν πως μπορούσαν επίσης κάποτε να λένε ψέμματα, που προσομοίαζαν με την αλήθεια. Ποια συγκεκριμένα ψέμματα είχαν στο νού τους, δεν ξέρουμε· πιθανόν ήθελαν να υπαινιχθούν πως η αληθινή έμπνευση της σάγκας εξαντλιόταν στην απλή ιστορία, στο είδος της ιστορίας που μπορούμε να παρατηρήσουμε στα πιο πρόσφατα μέρη της Οδύσσειας. Όπως είχαν τα πράγματα, αυτό που ζητούσε ο Ησίοδος από τις Μούσες ήταν λεπτομερής αλήθεια γεγονότων, αλλά γεγονότων νέου είδους που θα μπορούσαν να τον κάμουν ικανό να συρράψει τις παραδόσεις σχετικά με τους θεούς και να συμπληρώσει την ιστορία με τα απαραίτητα ονόματα και τις σχέσεις. O Ησίοδος είχε πάθος για τα ονόματα και κάθε φορά που σκεφτόταν κάποιο καινούριο δεν νόμιζε πως ήταν ένα όνομα που μόλις είχε εφεύρει· το άκουγε, νομίζω, ως κάτι που του είχαν δώσει οι Μούσες, και ήξερε ή ήλπιζε πως ήταν ‘αληθινό’. Στην πραγματικότητα ερμήνευε με όρους ενός παραδοσιακού πρότυπου-πίστης ένα αίσθημα, που είχε γίνει κτήμα πολλών μετέπειτα συγγραφέων – το αίσθημα πως η δημιουργική σκέψη δεν είναι έργο του εγώ.

…»

Συνεχίζεται…

Bonus Post:
Στη φωτογραφία…

2 responses to “E. R. Dodds: Οι Έλληνες και το παράλογο ΙI – Τα αγαθά της μανίας

  1. Αλέξανδρος Δροσέλτης

    /Στην πραγματικότητα ερμήνευε με όρους ενός παραδοσιακού πρότυπου-πίστης ένα αίσθημα, που είχε γίνει κτήμα πολλών μετέπειτα συγγραφέων – το αίσθημα πως η δημιουργική σκέψη δεν είναι έργο του εγώ./

    Πολύ ενδιαφέρον (και ίσως αντιφατικό, αν όχι παράδοξο) για έναν πολιτισμό που το «εγώ» του κάθε ποιητή (με την γενική έννοια) είναι ξεκάθαρο και ευδιάκριτο στο ύφος, την τεχνοτροπία και ενίοτε τη θεματολογία των έργων του (σε αντίθεση με την τέχνη άλλων πολιτισμών, που το «εγώ» παραμεριζόταν προς χάριν της παράδοσης).

  2. Εξαιρετικό το βιβλίο του Dodds και το απόσπασμα που παραθέτεις. Πολύ καλό το επιχείρημα ότι οι Μούσες παρέχουν το υλικό και όχι την πραγματευσή του, για την οποία είναι υπεύθυνος ο ποιητής. Η ετυμολογία του ονόματός τους μας πάει στο «μνάομαι» (θυμάμαι) και μητέρα τους είναι η «Μνημοσύνη». Είναι το αρχείο σε μια εποχή προφορικής παράδοσης. Οι λατίνοι ποιητές γνωρίζουν την ετυμολογία των ‘Μουσών’ και την προβάλουν συχνά πυκνά. Ο Βεργίλιος π.χ., μεταφράζοντας τους στίχους του Β της Ιλιάδας που παραθέτει ο Doods λέει et meministis enim, divae, et memorare potestis;/ ad nos vix tenuis famae perlabitur aura (Αινειάδα 7.645-6) «Γιατί θυμάστε, θεές, και μπορείτε να παραθέσετε. σε μας μετά βίας λεπτή αύρα της φήμης γλιστρά». Χωρίς να αναφέρει το όνομα των Μουσών (λέει απλώς «θεές»), παραπέμπει στο όνομά τους μέσω της ετυμολογίας τους (meministis, memorare). Και μάλιστα πολύ ωραία περνά από τη μνήμη (meministis) στην αναφορά-παράθεση αυτών που κάποιος θυμάται (memorare= αναφέρω, παραθέτω), κάτι που δεν μπόρεσα να κρατήσω στη νεοελληνική μετάφραση.

    Πολύ ενδιαφέρον και το γεγονός ότι κάποτε ο προφήτης και ο ποιητής ήταν πάνω κάτω το ίδιο πράγμα. Οι ρωμαίοι ποιητές της αυγούστειας περιόδου το ήξεραν καλά και γι’αυτό αντικατέστησαν τη λέξη poeta με τη λέξη vates (‘προφήτης’, ‘ιεροφάντης’). Η λατινική λέξη carmen σημαίνει όχι μόνο τραγούδι- ποίημα, αλλά και ‘ξόρκι’ ή ‘προφητεία’ και το ίδιο σημασιολογικό πεδίο ισχύει και για το ρήμα cano (τραγουδώ, προφητεύω). Οι ρωμαίοι ποιητές πιάνουν το νήμα της διδακτικής ποίηση που ξεκινά με τον Ησίοδο και γνωρίζει μεγάλη αναγέννηση με τους αλεξανδρινούς ποιητές. Η έννοια που είχαν για την ποίηση είναι πολύ διαφορετική από τη δική μας. Μια ποίηση που διδάσκει, ποιητές που είναι «διδάσκαλοι» για ενήλικες, όπως ήταν οι τραγικοί και όπως λέει ο Αριστοφάνης στους ‘Βατράχους’ είναι πραγματικότητες πολύ διαφορετικές από τη δική μας (πόσο μάλλον μια ποίηση που προφητεύει). Ο διαχωρισμός ποίησης και επιστημονικής έρευνας είναι ξεκάθαρος για μας. Θα σπεύδαμε να συμφωνήσουμε με αυτό που λέει ο Αριστοτέλης για τον Εμπεδοκλή στη Ρητορική, ότι αυτοί που γράφουν επιστήμη σε ποιητική μορφή είναι αυτοί που δεν έχουν να πουν τίποτα κι έτσι προσπαθούν να καλύψουν το κενό με την ποιητική μορφή. Άποψη πολύ μακριά από το μεγάλο διδακτικό ποιητή Λουκρήτιο, που αν και ως επικούρειος δεν θα έπρεπε να εκτιμά την ποίηση, έγραψε το έργο του Περί Φύσεως σε δακτυλικό εξάμετρο, ακολουθώντας τον Εμπεδοκλή. Η διδασκαλία μέσω της ποίησης για τον Λουκρήτιο είναι παρόμοια με αυτούς που βάζουν μέλι στο χείλος του ποτηριού που έχει το φάρμακο που πρέπει να πάρουν τα παιδιά. Η ποίηση είναι ένα μέσο που διευκολύνει τη διδαχή.

    Μπορούμε να καταλάβουμε κάτι για τον κλασικό κόσμο μόνο αν προσπαθήσουμε να τον καταλάβουμε με τους δικούς του και όχι με τους δικούς μας όρους. Η αρχαϊκή και κλασική ποίηση είναι μια ποίηση που διδάσκει και προφητεύει, μια ποίηση πολύ διαφορετική από τη δική μας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s