Μουσική του Κόσμου και του Κοσμάκη

Βασίλης Τσιτσάνης (Τρίκαλα, 1915 – Λονδίνο, 1984). Ο μεγαλύτερος συνθέτης που γέννησε η ελληνική γη. Ολοκληρωμένος ποιητής και μουσικός, έγραφε τους στίχους και τη μουσική των πάνω από 2000 τραγουδιών του, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται αθάνατες επιτυχίες όπως Αχάριστη, Μπαξέ τσιφλίκι, Τα πέριξ, Νύχτες μαγικές, Ζητιάνος της αγάπης, Ντερμπεντέρισσα και βέβαια η περίφημη Συννεφιασμένη Κυριακή. Παροιμιώδης ήταν η δεξιοτεχνία του στο μπουζούκι. Ο Τσιτσάνης τραγούδησε όπως κανένας άλλος τα πάθη και τα βάσανα του ελληνικού λαού και στο έργο του συναντούνται επιρροές από όλη την ελληνική μουσική ιστορία, το βυζαντινό μέλος και το δημοτικό τραγούδι. Υπήρξε ο τελευταίος μεγάλος ρεμπέτης και με τα τραγούδια βοήθησε τη μετεξέλιξη ρεμπέτικου στο γνήσιο λαϊκό. Συνθέτες όπως ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις και ο Σαββόπουλος αναγνώρισαν τις μουσικές τους ρίζες στον Τσιτσάνη. Γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 18 Ιανουρίου 1815 από γονείς Ηπειρώτες, εξού και το προσωνύμιο “Βλάχος”. Τα πρώτα του τραγούδια τα γράφει σε ηλικία 15 χρονών…

Το παραπάνω απόσπασμα βιογραφίας του Τσιτσάνη είναι εντελώς φανταστικό. Βρίθει όμως όλων των κοινοτοπιών που χαρακτηριζούν τις παρ’ ημίν ρεμπετολογικές μελέτες. Αγιογραφίες, ηρωοποίησεις, υπερθετικές περιγραφές, γενικοποιήσεις και γενικώς σχεδόν παντελής απουσία μιας νηφάλιας επιστημονικής προσέγγισης που να παρουσιάζει τους ανθρώπους, τις δημιουργίες τους και την εποχή τους. Παρακάτω θα προσπαθήσω να αποδομήσω τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της προσέγγισης.

Κυρίαρχη τάση είναι να θεωρείται το ρεμπέτικο τραγούδι ως το μοναδικό πραγματικά ελληνικό είδος μουσικής, ως η μουσική εκείνη που αποδίδει αυθεντικά την ελληνική ψυχή και άλλα τέτοια ελληνικά. Το ρεμπέτικο είναι ένα απλώς ένα ακόμη είδος μουσικής, στο οποίο υπάρχει τόση ελληνικότητα – αν μπορούμε να την μετρήσουμε με το καρντάρι – όση και στα έργα ενός Χρήστου ή ενός Ξενάκη, για να αναφέρω δύο ονόματα που η μουσική τους θεωρείται διαμετρικά αντίθετη από τη ρεμπέτικη. Επίσης, όπως και σε κάθε είδος μουσικής, γράφτηκαν και καλά και άσχημα κομμάτια, και βαρετά σκουπίδια και αριστουργήματα. Ως γνωστόν – και αν δεν είναι γνωστό καιρός να γίνει -, η ποιότητα της μουσικής είναι ανεξάρτητη του είδους. Ο Χατζιδάκις το έλεγε ωραία σε μια συνέντευξη: «Τι δηλαδή, επειδή κάποιος έγραψε μια συμφωνία πάει να πει πως είναι αυτομάτως ανώτερη από ένα τραγούδι του Τσιτσάνη;»

Άλλο χαρακτηριστικό μοτίβο είναι η αυθεντικότητα των ρεμπετών. Οι ρεμπέτες ήταν τόσο αυθεντικοί όσο είναι ο καθένας σε ένα δεδομένο κοινωνικό περιβάλλον. Αυτή η θεώρηση αυθεντικότητας δεν είναι τίποτα άλλο παρά ρομαντικό κατάλοιπο άνωθεν συγκαταβατικότητας της άρχουσας τάξης και προβολή μιας ψυχολογικής τσιγκολελέτας του “Αχ, χάσαμε τις ρίζες μας και την ειλικρίνειά μας, κακούργα κενωνία”. Οι άνθρωποι ήταν εξίσου διεφθαρμένοι από τον κοινωνικό τους περίγυρο όσο κάθε άλλος, ήταν υπόλογοι σε έναν κώδικα τιμής, ενδεχομένως πολύ πιο συντηρητικό από οποιονδήποτε άλλο σε άλλα κοινωνικά στρώματα, αλληλομαχαιρώνονταν, κλέβανε ο ένας τα τραγούδια του άλλου, χέζανε και κατουράγανε όπως όλοι μας και ενίοτε γράφανε τραγούδια, κάποιες φορές δε ωραία τραγούδια.

Μια άλλη καραμέλα είναι πως τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι η πραγματική συνέχεια του βυζαντινού μέλους και του δημοτικού τραγουδιού, οπότε πάμε πίσω μέχρι την αρχαία Ελλάδα, έτσι για να τονίσουμε την αδιάσπαστη συνέχεια του ενδόξου γένους των Ελλήνων. Δεν είμαι ειδικός, αλλά θέλω να επισημάνω δύο πράγματα. Ο μεν Βαμβακάρης ήταν καθολικός, οπότε οι πιθανότητες να πάτησε το πόδι του σε ανατολική ορθόδοξη εκκλησία μάλλον δεν είναι και πολλές. Ο δε Τσιτσάνης σε μια συνέντευξή του λέει πως ούτε τον επηρέασε, ούτε καμιά εντύπωση του έκανε το δημοτικό τραγούδι, τον ενδιέφερε μόνο ο μουσικός κόσμος που είχε μέσα του. Μάλλον κάτι δεν κολλάει εδώ πέρα.

Είναι αλήθεια πως στην αρχή της ιστορίας του, το ρεμπέτικο αντιμετώπισε πολλές κατηγορίες, πως δεν είναι μουσική, πως δεν είναι ελληνική μουσική και άλλα τέτοια όμορφα· μια κριτικός της εποχής, η Σοφία Σπανούδη, είχε γράψει για την Παξιμαδοκλέφτρα πως είναι «υπόδειγμα ταπεινού, χυδαίου και γαιώδους κομματιού, που χαμοσέρνει την τέχνην των ήχων στα βρωμερώτερα επίπεδα της σαρκικής μουσικής ρυπαρογραφίας”. Όλες αυτές οι κατηγορίες ήταν πολλές και ισχυρές και έχουν αφήσει ένα μόνιμο σύμπλεγμα κατωτερότητας σε όσους ασχολούνται με αυτή τη μουσική. Από την άλλη όμως έχουμε φτάσει στο αντίθετο άκρο. Άκριτη λατρεία του ρεμπέτικου και αδιάκριτη αποδοχή του. Διάβασα πολύ ωραία αφιερώματα σε ιστοτόπους ακροδεξιάς και εθνικιστικής κατεύθυνσης και δεν μπορούσα να μη γελάσω μπροστά στην ειρωνεία να εξυμνούν τους ρεμπέτες οι κατεξοχήν διώκτες και αρνητές τους.

Ο μόνος που ξεχωρίζει από τη μεγάλη μάζα των θαυμαστών/ μελετητών του ρεμπέτικου είναι ο Ηλίας Πετρόπουλος, του οποίου η ρεμπετολαγνεία είναι πολύ πιο διακριτική και σαρδόνια. Παρουσιάζει τα πράγματα όπως ήτανε, τον ενδιαφέρει το αυθεντικό ως προς αυτό και η αγάπη για το αντικείμενό του φαίνεται από την χειρουργική ακρίβεια με την οποία το παρουσιάζει και όχι από τη γλώσσα που χρησιμοποιεί. Επίσης μια μεγάλη αρετή του Πετρόπουλου είναι πως δε μιλάει για τη μουσική. Δεν είναι μουσικός ο άνθρωπος, δεν καταλαβαίνει, δεν επεμβαίνει. Επειδή η μουσική καταναλώνεται σε πολύ μεγάλες ποσότητες και όλοι έχουν ακούσει εκατοντάδες ώρες μουσικής νομίζουν πως μπορούν να εκφέρουν γνώμη και μάλιστα θεωρούν τη γνώμη τους έγκυρη. Όχι, η γνώμη τους τελεί πάντα υπό την αίρεση των ακουσμάτων τους, αλλά επειδή κάτι τους θυμίζει κάτι άλλο δε σημαίνει απαραίτητα πως είναι και έτσι.

Μέχρι τώρα την πρωτογενή έρευνα για το ρεμπέτικο την έκαναν ερασιτέχνες, από αγάπη και μεράκι και εν πολλοίς γιατί οι ειδικοί επιστήμονες παραμέλησαν τον τομέα αυτό. Δεν παραγνωρίζω την τεράστια προσφορά αυτών των ανθρώπων στην διάδοση και συγκέντρωση του υλικού, αλλά τα κείμενα που συνήθως παρουσιάζουν κατόπιν έχουν περισσότερο να κάνουν με τις προσωπικές τους ιδεοληψίες και λιγότερο με αποτελέσματα αντικειμενικής εξέτασης των δεδομένων. Δεν είναι λίγες οι φορές που διαστρεβλώνουν τα γεγονότα προκειμένου να υπερτονίσουν την προσωπική τους συμβολή/ συμμετοχή στην όλη ιστορία – ο Πετρόπουλος αναφέρει μερικες τέτοιες περιπτώσεις. Καιρός είναι να περάσουμε σε διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης, αν θέλουμε να κερδίσουμε σε γνώσεις και κατανόηση. Αλλιώς θα βαυκαλιζόμαστε εσαεί και απλώς θα επαναλαμβάνουμε τις ίδιες φιοριτούρες χαϊδεύοντας συνέχεια την αυνανιστική ματαιοδοξία μας.

Μια γυναίκα, δύο άντρες…

Δε γνωρίζω από ποια ταινία είναι το απόσπασμα. Το βρήκα σε ένα blog και ευτυχώς το αντέγραψα, γιατί μετά όταν το ξανάψαξα δεν μπόρεσα να το εντοπίσω. Τυχαία ξεφυλλίζοντας τα Ρεμπέτικα Τραγούδια του Πετρόπουλου έπεσα σε μία φωτογραφία του αποσπάσματος. Ο Πετρόπουλος δίνει σαν χρονολογία της ταινίας το 1956 με ερωτηματικό, χωρίς όμως να δίνει και τον τίτλο. Εν πάση περιπτώσει, στην ταινία απεικονίζονται όλα αυτά για τα οποία έγραφα παραπάνω, συν το αφελές μύνημα της ταξικής συμφιλίωσης με όλους να χορεύουν μαζί στο τέλος. Παρουσιάζονται όλα τα συμπλέγματα τα σχετικά με τη λαϊκή μουσική, από όποια πλευρά και αν προέρχονται. Άλλα πάνε πια αυτά. Τίποτα δεν εμποδίζει πια τον οποιονδήποτε να απολαμβάνει χωρίς ενοχές οποιοδήποτε είδος μουσικής, ακόμα και διαφορετικά είδη. Στο απόσπασμα η Χρυσάφη τραγουδάει το Μια γυναίκα, δύο άντρες. Μπουζούκι παίζουν ο Μητσάκης και ο νεαρός Ζαμπέτας -στα αριστερά με το μουστάκι. Παρεπιπτόντως, η εκτέλεση της Μικρής νυχτερινής μουσικής του Μότσαρτ στην αρχή είναι άθλια.

11 responses to “Μουσική του Κόσμου και του Κοσμάκη

  1. Αμήν!
    Ίσως το καλύτερο κείμενό μέχρι στιγμής.

  2. φτου…
    (ίσως το καλύτερό κειμενό ΣΟΥ, ήθελα να γράψω)

  3. Εμένα τώρα αυτό το πράγμα δε μου άρεσε. Είμαι λίγο άτομο της παράδοσης: αν πάω στο μέγαρο μου αρέσει να δω τον τύπο με το κουστουμάκι του, καλοσιδερωμένο κατά προτίμηση και όταν πάω στο ροκ κλουμπ, γουστάρω να δω τον μαλλιά, άπλυτο κατά προτίμηση. Κατάλαβες τι εννοώ?

    ΥΓ. Περιμένω αντιρρήσεις από κπ Αλέξανδρο, κατά προτίμηση!

  4. @ sister
    Νομίζω ότι συμφωνούμε αλλά θα το θέσω ως εξής (κι είναι κι αυτό κάτι που επισημαίνει το post): Η κλασσική μουσική δεν παίζεται στα Μέγαρα επειδή είναι σπουδαία. Παίζεται εκεί γιατί εκεί υπάρχουν οι συνθήκες για να παρουσιαστεί σωστά (από ακουστικής πλευράς). Το ρεμπέτικο ή άλλα ήδη μουσικής (παραδοσιακή, jazz κτλ) μέσα σε μια τέτοια αίθουσα ακούγονται παραμορφωμένα. Η λύσσα και η ψωνίλα διαφόρων τραγουδιστών (Μαρινέλες, Νταλάρες κτλ) να βγουν στο Μέγαρο, δείχνει απλά τα συμπλέγματά τους απέναντι στην κλασσική μουσική. Λες και μόνο αν βγουν στο Μέγαρο θα καταξιωθούν ως μουσικοί. Από την άλλη δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό γίνεται μια συναυλία που είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα γεμίσει την αίθουσα και θα φέρει κάποια έσοδα που αυτοί οι χώροι έχουν πραγματικά ανάγκη.
    Ως προς την αμφίεση προσωπικά μου είναι αδιάφορη: πριν λίγο καιρό έπαιξε στα Μέγαρα Θεσσαλονίκης και Αθήνας ο Μίσα Μάισκι, ο οποίος βγήκε φορώντας ένα ριγέ κίτρινο λαμέ σακάκι (στη Θεσσαλονίκη τουλάχιστον)· οι κυρίες με τις σκοτωμένες αλεπούδες στα σβέρκα -οι συνήθεις ύποπτοι του Μεγάρου- δεν το εγκρίνανε καθόλου. Η απορία μου είναι πάντα όταν τις βλέπω, αν πάνε εκεί για να ακούσουν (και αν ακούνε τι καταλαβαίνουν) ή για άλλους λόγους.

  5. καλά, το άλλα «ήδη» μουσικής αξίζει που έγραψα παραπάνω αξίζει μεγάλο κράξιμο· περιμένω…

  6. Kalhspera kai sygxwreste sas parakalw ta greeklish.
    Endiaferousa h syzhthsh pou piasate. Exw na syneisferw to e3hs. Sth synaulia pou pragmatopoihse o Ntalaras sto Megaro A8hnwn to Febrouario me 8ema to rempetiko yphrxe sto programma to e3hs:

    Μια παράσταση στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών αφιερωμένη αποκλειστικά στο ρεμπέτικο και μάλιστα με πρωτοβουλία του Γιώργου Νταλάρα, ενός κορυφαίου μουσικού και ερμηνευτή, αποτελεί καλλιτεχνικό συμβάν πολλαπλού ενδιαφέροντος.

    An e3airesoume to messaio meros ths periodou pou anaferete ston Ntalara, bgainei peripou to parakatw:

    Μια παράσταση στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών αφιερωμένη αποκλειστικά στο ρεμπέτικο… αποτελεί καλλιτεχνικό συμβάν πολλαπλού ενδιαφέροντος.

    Autou tou eidous to komplex einai pou adynatw na katanohsw. To rempetiko den pairnei a3ia apo tous xwrous pou ekteleitai, alla apo thn idia thn poiothta ths mousikhs tou. Dystyxws, auth h frash einai endeiktikh tou synolou town symplegmatwn pou katatrexoun osous asxolountai me auto to eidos ths mousikhs. Auth th stigmh de me endiaferei pws dhmiourgh8hkan – yparxoun arketoi logoi gia auto – alla to gegonos pws den yparxei kanena nohma na yfistantai.

    Apotelesma de tou symplegmatos katwterothtas einai auto pou egrapse o Ale3hs, pws o pasa enas 8elei na emfanistei sto Megaro gia na apokthsei kallitexnikh a3ia, thn opoia profanws den exei. Sto idio klima entassontai kai oles oi synaulies cross-over, pou o ka8enas leei ta tragoudia synodeia orxhstras. Pali 8ewrei pws exei apokthsei kyros, mia kai ton synodeuei orxhstra, alla, to xeirotero, to koino pou ton akouei nomizei pws agorase poiothta epeidh phge kai akouse symfwnikh orxhstra. Den eimai pouritanos, oute epidiwkw thn ka8arothta twn eidwn, endexomenws mia tetoiou typou diaskeuh na einai epityxhs kai mousika endiaferousa, omws de mou aresei ka8olou na yparxoun autou tou eidous oi proslhpseis, diamesou enos diastreblwtikou prismatos tou ti einai kai ti oxi poiotiko.

    Kai pali zhtw sygnwmh gia ta greeklish.

    Y/A

  7. Συμπληρώνω και ανακεφαλαιώνω τα παραπάνω:
    Κάθε μουσική λοιπόν έχει το φυσικό της χώρο. Τί σημαίνει αυτό;
    Κατ’ αρχήν δε σημαίνει ότι επειδή μια αίθουσα συναυλιών κλασσικής μουσικής είναι πιο επιβλητική (ως κτίριο) από ένα jazz club ότι η κλασσική μουσική είναι ανώτερη. Ισχύει πάντοτε η φράση του Χατζηδάκη που αναφέρει το post.

    Αυτό που έχει σημασία είναι το τι μας συγκινεί. Μας συγκινεί ο Beethoven; μπράβο. Μας συγκινεί ο Ξενάκης; και πάλι μπράβο. Ο Τσιτσάνης; παρομοίως. Η χορευτική ηλεκτρονική μουσική; Εξαιρετικά! κτλ κτλ

    Το να παρουσιάζονται όμως κλαρίνα και νταούλια σε αίθουσα συμφωνικής μουσικής, δείχνει άγνοια και έλλειψη σεβασμού για το αντικείμενο που παρουσιάζεται (και όχι για το δήθεν κύρος της αίθουσας), αφού παρουσιάζεται αλλοιωμένα και αλλοτριωμένα σε περιβάλλον που δεν έχει σχέση με ότι γέννησε αυτή τη μουσική.

    Για να το πάω ένα βήμα παραπέρα: με ενοχλεί το ίδιο όταν βγαίνει πχ ο Καβάκος στην μεγάλη αίθουσα του Μεγάρου για ρεσιτάλ με έργα για βιολί και πιάνο. Είναι ακριβώς το ίδιο. Μας παίζουν έργα μουσικής δωματίου σε αίθουσα συμφωνικής μουσικής. Ο ήχος είναι εξίσου αλλοιωμένος. Και νομίζω ότι αν είναι μια φορά για τον Νταλάρα, είναι εκατό φορές για τον Καβάκο ασυγχώρητο, γιατί θα έπρεπε να το ξέρει πολύ καλύτερα.

    Ο Debussy έλεγε για τα πρελούντιά του ότι είναι κομμάτια για δυο χέρια και τέσσερα αφτιά. Και πράγματι με την εξαίρεση των «Πυροτεχνημάτων» που είναι πιο αβανταδόρικο κομμάτι, πρελούντια όπως «το κορίτσι με τα ξανθιά μαλλιά» ή οι «πατημασιές στο χιόνι» είναι μουσικές τόσο εξομολογητικές που είναι τελείως ακατάλληλες για να παίζονται ακόμα και σε μεσαίου μεγέθους αίθουσες. Είναι μουσικές για να μοιραστείς μαζί με φίλους. Αυτό δε σημαίνει ότι πρόκειται για κάτι λιγότερο από αριστουργήματα.

  8. Καλημέρα και συγγνώμη για τη καθυστερημένη απάντηση. Μου αρέσει και μένα πολύ η ματιά σας πάνω στο θέμα. Θα ήθελα να επεξηγήσω κάτι πάνω στο σχόλιο μου και έτσι να απαντήσω στον Αλέξανδρο.

    Με το σχόλιο μου επιχείρησα να θέσω το ζήτημα κατά κάποιο τρόπο ταξικά. Η ρεμπέτικη μουσική παρουσιαζόμενη στο μέγαρο παρουσιάζεται αλλοτριωμένη σε ένα περιβάλλον που δεν τη γέννησε (όπως πολύ ωραία λες) και μετατρέπεται σε μουσειακό είδος. Βγαίνει από τους τεκέδες και πάει στο μέγαρο, όπου τα εν λόγω άτομα θα ευθυμήσουν καθισμένα σε παράταξη, χωρίς σιγοψιθυρίσματα, χωρίς χορούς, χωρίς ένα τσιγάρο για αυτή τη γ— συννεφιασμένη κυριακή. Αν οι κυρίες με τις σκοτωμένες αλεπούδες🙂 καταλαβαίνουν κάτι απο κλασική μουσική, δεν ξέρω τί καταλαβαίνουν απο ρεμπέτικο, αλλά τί σημασία έχει αφού έτσι ψυχαγωγείται ο κοινωνικός τους κύκλος.

    Αναφέρθηκα στην αμφίεση ως ένα σύμβολο κοινωνικών χαρακτηριστικών και ό,τι αυτό μπορεί να συνοψίζει. Επιτρέψτε μου ένα παράδειγμα. Πριν από μερικά χρόνια, κάποιοι μόδιστροι (απλησίαστοι οικονομικά από εμένα και τους ομοίους μου..) διακόσμησαν τα μπλουζάκια της κολεξιόν τους με το άναρχικό σύμβολο Α. Ως αποτέλεσμα, η Θεσσαλονίκη γέμισε με κοριτσάκια που φορούσαν παρόμοια μπλουζάκια σε φθηνότερες απομιμήσεις φυσικά. Πραγματικά, ανατρίχιαζα με την αλλοίωση του συμβόλου και το άδεισμα του νοήματός του μέσω της ενσωμάτωσής του. Το παράδειγμα μπορεί να είναι μικρό, αλλά σε μία απόπειρα γενίκευσης, νομίζω ότι αποτελεί πάγια τεχνική και μάλιστα πολύ επιτυχημένη, η τεχνική της εξουδετέρωσης μέσω της αποδοχής. Για να το συνδέσω με τη συζήτησή μας, θεωρώ μάλλον επιβεβαίωση της αλλοίωσης της ρεμπέτικης μουσικής την παρουσίασή της στο μέγαρο και εξ ου και τα κόμπλεξ των καλλιτεχνών τύπου Νταλάρα, που επιδιώκουν τη καταξίωση μέσω της ενσωμάτωσής τους και την αποδοχή.

  9. Φοβάμαι ότι ξαναλέω τα ίδια:
    Κάποιες μουσικές όπως το ρεμπέτικο, η τζαζ γεννιούνται μέσα σε κάποιες κοινωνικές τάξεις τις οποίες και εκφράζουν. Και ενώ αρχικά μπορεί να τις ακούνε μόνο οι άνθρωποι της συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας με την πάροδο του χρόνου αν έχουν αξία αυτή θα φανεί (ο χρόνος θα φιλτράρει και τη σαβούρα) και η μουσική αυτή θα αρχίσει να αγαπιέται κι από άλλους. Αυτό είναι ωραίο, δεν είναι κακό, αλίμονο αν συνέβαινε το αντίθετο (φαντάζεστε να έπρεπε να ακούγανε τζαζ μόνο οι μαύροι, εγώ θα ήμουν πολύ δυστυχής). Ούτε το ότι εξαπλώνεται και την ακούνε περισσότεροι άνθρωποι σημαίνει ότι χάνεται η «αυθεντικότητα» της μουσικής. Μουσική πάνω από όλα είναι ο ήχος, αυτός και μόνον αυτός έχει σημασία να είναι «αυθεντικός». Το αν υπάρχουν λογάκια που λένε δεν ξέρω τι ή αν για κάποιους μπορεί να υπάρχουν συμβολισμοί ή τι άλλο και αν αυτά ταιριάζουν να τα ακούει ένας «άπλυτος» ή ένας «σιδερωμένος» μου είναι αδιάφορο, είναι όπως έλεγε μεταξύ σοβαρού και αστείου ένας δάσκαλος του Y/A και δικός μου «ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο». Άλλα πιθανόν να καταλαβαίνει η γηραιά κυρία που αναστενάζει με νόημα όταν ακούει Σοπέν και άλλα εγώ που δεν αναστενάζω. Αυτό που έχει σημασία είναι ο ήχος και η μουσική έκφραση να είναι όπως πρέπει. Το τι έχει ο καθένας στο μυαλό του και στην ψυχή του όταν ακούει είναι δική του υπόθεση. Μου αρέσει η δημοτική μουσική, γι’ αυτό και δεν μπορώ να την ακούσω παραμορφωμένη όπως βγαίνει από τα ηχεία σε γλέντια στους γάμους. Τα ηχεία και η ενίσχυση την καταστρέφουν, κάνουν ευτελές και ψεύτικο κάτι που δεν είναι. Επίσης μου είναι αδιάφορο το πως έζησε ο ένας κι άλλος τη ζωή του, αν ήταν ηθικό στοιχείο, καλός άνθρωπος κτλ Με ενδιαφέρει το αν με συγκινεί αυτό που άφησε. Αν με συγκινεί πολύ, ίσως καθίσω να ασχοληθώ και με τη ζωή του, όχι για να κρίνω, ούτε για να επαινέσω, αλλά για να προσπαθήσω να καταλάβω καλύτερα. Και αν πραγματικά αγαπώ και πονάω αυτό που μου παραδόθηκε θα μιλήσω με ειλικρίνεια και για τις συνθήκες μέσα στις οποίες αυτό γεννήθηκε. Αυτά εξάλλου λέει πολύ ωραία ο Y/A στο κείμενό του.

  10. Τελικά νομίζω η καλύτερη αντάμοιβη από ένα ποστ είναι να ακολουθήσει μία ωραία συζήτηση. Σας ευχαριστώ πολύ.

    Υ/Α

  11. Επειδή για μεγάλο μέρος αυτών των συμπλεγμάτων με το ρεμπέτικο πιστεύω ότι ευθύνεται η αριστερή διανόηση, δείτε κι αυτό το πολύ ωραίο κείμενο για την Eurovision και την ελληνική αριστερά:

    http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_16/05/2008_270095

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s